| Και το άρρωστο παιδί θα σωθεί και θα θεραπευθούν ανίατες ασθένειες | ||||
|
|
Νέοι δρόμοι για τη θεραπεία σοβαρών ανίατων και βασανιστικών θεραπειών ανοίγονται μετά την επιτυχή επέμβαση μεταμόσχευσης βλαστοκυττάρων σε πεντάχρονο αγόρι στην Ιταλία που έπασχε από μεσογειακή αναιμία. Στον μικρό Λούκα μεταμοσχεύθηκαν βλαστοκύτταρα από τον ομφάλιο λώρο των δίδυμων αδελφών του που γεννήθηκαν «κατά παραγγελία» με τη μέθοδο της εξωσωματικής γονιμοποίησης και της προεμφυτευτικής διάγνωσης, αφού καλλιεργήθηκαν εργαστηριακά, ώστε να επιτευχθεί ο πολλαπλασιασμός τους. Η μέθοδος εγείρει όμως και ζητήματα βιοηθικής, καθώς για να σωθεί ένα άρρωστο παιδί θα πρέπει να γεννηθούν αδελφάκια κατά παραγγελία, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν ως δότες. Οι Ελληνες επιστήμονες θεωρούν βιοηθικά αποδεκτή την εφαρμογή της μεθόδου, τονίζοντας ότι αφενός ανοίγει ένας μεγάλος νέος δρόμος για τη θεραπεία ανίατων ασθενειών και αφετέρου τα παιδιά τα οποία γεννιούνται δεν υποβάλλονται σε κάποια ιατρική πράξη. «Εφόσον οι γονείς θα αγαπούν και το παιδί αυτό εξίσου με το ήδη υπάρχον, κάτι που θεωρείται αυτονόητο, ενώ η λήψη των βλαστοκυττάρων δεν είναι μέθοδος επεμβατική, ούτε θέτει σε οποιοδήποτε κίνδυνο την υγεία του παιδιού, η μέθοδος είναι αποδεκτή, δεδομένου ότι δίνει τη δυνατότητα να σωθεί μια ζωή ή να βελτιωθεί η ποιότητα της ζωής ενός άλλου βαρέως πάσχοντος παιδιού», αναφέρει χαρακτηριστικά ο Βασίλης Ταρλατζής, αναπληρωτής καθηγητής Μαιευτικής Γυναικολογίας και Ανθρώπινης Αναπαραγωγής του ΑΠΘ και εκλεγμένος πρόεδρος της Διεθνούς Συνομοσπονδίας Εταιρειών Γονιμότητας. «Η μέθοδος αυτή», εξηγεί, «έχει γίνει εφικτή με τη βοήθεια της προεμφυτευτικής γενετικής διάγνωσης. Για να γίνει αυτό, το ζευγάρι υποβάλλεται σε εξωσωματική γονιμοποίηση και στα έμβρυα που δημιουργούνται διενεργείται βιοψία, με την αφαίρεση ενός ή δύο κυττάρων και τη γενετική ανάλυση των κυττάρων αυτών. Στόχος είναι να διαπιστωθεί ποια από τα έμβρυα νοσούν, ποια είναι απλώς φορείς και ποια είναι υγιή, ούτως ώστε να μεταφερθούν στη μήτρα μόνο τα υγιή και να επιτευχθεί γέννηση ενός παιδιού που δεν θα πάσχει από τη γενετική ασθένεια που φέρουν και οι δύο ή ο ένας γονέας. Αυτή λοιπόν η τεχνική δίνει τη δυνατότητα να την εφαρμόσουμε και σε άλλες περιπτώσεις, όπως και η συγκεκριμένη που συζητούμε σήμερα. Οι περιπτώσεις αυτές είναι συνήθως οικογένειες, στις οποίες υπάρχει ήδη ένα παιδί, το οποίο πάσχει από μεσογειακή αναιμία, δρεπανοκυτταρική αναιμία, απλαστική αναιμία, ή από κακοήθεις αρρώστιες, όπως για παράδειγμα λευχαιμία». «Η προεμφυτευτική διάγνωση», μας ενημερώνει ο κ. Ταρλατζής, «έχει αρχίσει να εφαρμόζεται σε περιορισμένη κλίμακα στη χώρα μας, αλλά αναμφίβολα υπάρχει η δυνατότητα να εφαρμοστεί σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα, για να καλύψει μεγαλύτερες ανάγκες του πληθυσμού, όμως χρειάζεται οπωσδήποτε ένα πολύ καλό εργαστήριο γενετικής, σε στενή συνεργασία με μονάδες εξωσωματικής γονιμοποίησης, ούτως ώστε να μπορεί να διερευνηθεί μία μεγάλη γκάμα γενετικών νοσημάτων κατά τρόπο αξιόπιστο. Στην περίπτωση του μικρού Λούκα, η προεμφυτευτική διάγνωση έχει να επιτελέσει διπλό στόχο, αφενός να διαπιστώσει ποια από τα έμβρυα είναι υγιή, δεν φέρουν το γενετικό νόσημα, και κατά δεύτερο λόγο να διαπιστώσει ποια από αυτά τα υγιή έμβρυα είναι ιστοσυμβατά με το πάσχον παιδί. Αφού γίνει αυτό και μεταφερθούν στη μήτρα, γεννιέται ένα παιδί, εφόσον επιτευχθεί εγκυμοσύνη, και κατά τη διάρκεια του τοκετού συλλέγεται εμβρυϊκό αίμα από τον ομφάλιο λώρο, από το οποίο απομονώνονται βλαστοκύτταρα του αιμοποιητικού ιστού, τα οποία μπορούν να μεταμοσχευθούν στο πάσχον παιδί, προς το οποίο είναι συμβατά, και να αποικίσουν τον μυελό των οστών, παράγοντας φυσιολογική πια αιμοσφαιρίνη, οπότε το πάσχον παιδί δεν θα χρειάζεται μεταγγίσεις αίματος, αφού ο οργανισμός του θα παράγει πλέον τη φυσιολογική και όχι την παθολογική αιμοσφαιρίνη. Από την περιγραφή αυτή καθίσταται σαφές ότι η μέθοδος έχει δυσκολίες, δεδομένου ότι θα πρέπει να γίνει διπλή διάγνωση, να επιτευχθεί εγκυμοσύνη μετά την εμβρυομεταφορά (η πιθανότητα να συμβεί αυτό είναι περίπου 20%), να περιμένουμε 9 μήνες να γεννηθεί το παιδί, προκειμένου να αποκτήσουμε τα βλαστοκύτταρα για να μεταμοσχευθούν. Αυτός ο χρόνος όμως σε κάποιες ασθένειες όπως οι λευχαιμίες μπορεί να μην υπάρχει...». «Στην περίπτωση του Λούκα», συνεχίζει ο κ. Ταρλατζής, «μία ομάδα βλαστοκυττάρων μεταμοσχεύθηκε άμεσα, ενώ μία άλλη ομάδα κυττάρων καλλιεργήθηκε από τους επιστήμονες, οι οποίοι επέτυχαν τον πολλαπλασιασμό τους, όπως αναφέρεται, κατά 60 φορές. Αυτό είναι σημαντικό επίτευγμα, δεδομένου ότι τα βλαστοκύτταρα δεν είναι εύκολο να καλλιεργηθούν και έτσι μπορούμε να δημιουργήσουμε "αθάνατες" κυτταρικές σειρές βλαστοκυττάρων, οι οποίες θα μπορούν να φυλαχθούν και να χρησιμοποιηθούν σε μεταγενέστερο χρόνο για μεταμόσχευση. Επιπλέον, μπορούμε να δοκιμάσουμε στις κυτταρικές αυτές σειρές των βλαστοκυττάρων να επιτύχουμε την in vitro διαφοροποίησή τους προς άλλους ιστούς, δηλαδή, ενώ τα βλαστοκύτταρα προέρχονται από το αιμοποιητικό, να διαφοροποιηθούν προς άλλους ιστούς, όπως πάγκρεας, ήπαρ κ.λπ. Εάν αυτή η έρευνα τελεσφορήσει, θα μπορούμε να έχουμε εναλλακτική πηγή βλαστοκυττάρων, που θα αντικαταστήσει ίσως την ανάγκη για βλαστοκύτταρα που θα προέρχονται από θεραπευτική κλωνοποίηση. Ετσι, ίσως έρθει η στιγμή όπου για κάθε παιδί που θα γεννιέται θα φυλάσσονται βλαστοκύτταρα από το αίμα του ομφάλιου λώρου του, ούτως ώστε, εάν μελλοντικά χρειασθεί, προκειμένου να διορθώσει τη βλάβη κάποιου οργάνου του, να μπορούν να χρησιμοποιηθούν. Με τον τρόπο αυτό, όχι μόνο ανοίγει ο δρόμος για τη θεραπεία σοβαρών και βασανιστικών ασθενειών, αλλά ξεπερνιούνται και τα ηθικά διλήμματα που δημιουργεί η θεραπευτική εφαρμογή της κλωνοποίησης, προκειμένου να δημιουργηθούν βλαστοκύτταρα συμβατά με τους πάσχοντες». Πρόκειται για μία περίπτωση βιοηθικά αποδεκτής αξιοποίησης βλαστικών κυττάρων, καθώς η εν λόγω επιτυχής αξιοποίηση των βλαστικών κυττάρων ουσιαστικοποίησε τις προϋπάρχουσες θεωρητικές σκέψεις της δυναμικής τους, τονίζει στην «Ε» ο καθηγητής Γενετικής Σ. Ν. Αλαχιώτης. «Τα λεγόμενα αρχέγονα εμβρυϊκά βλαστικά κύτταρα που απομονώθηκαν τα τελευταία χρόνια είναι πολυδύναμα, μπορούν δηλαδή να διαφοροποιηθούν προς κάθε τύπο ιστού και να γίνουν όργανα προς μεταμόσχευση όταν βέβαια κατανοήσουμε πλήρως τους μηχανισμούς της διαφοροποίησής τους. Τα βλαστικά αυτά κύτταρα μπορούν να απομονωθούν και από άλλες πηγές πέραν των εμβρύων, όπως λ.χ. από τον μυελό των οστών και τον ομφάλιο λώρο». Ηδη, σημειώνει ο καθηγητής, δημιουργούνται τράπεζες διατήρησης αίματος (από τον ομφάλιο λώρο) πλούσιου σε βλαστικά κύτταρα, για να αξιοποιηθούν μελλοντικά από τον ίδιο το νεογέννητο δότη, όταν θα έχει την ανάγκη ειδικής θεραπείας και όταν βέβαια καταστεί δυνατόν να αξιοποιηθούν για την περίπτωσή του. «Με την πρόσφατη σχετική αξιοποίησή τους και επιτυχή θεραπεία του πεντάχρονου παιδιού που έπασχε από μεσογειακή αναιμία, ανοίγει ο μεγάλος αυτός δρόμος», επισημαίνει ο κ. Αλαχιώτης. «Η επίτευξη του πολλαπλασιασμού τους σε καλλιέργεια με τη διατήρηση της δυναμικής τους», συνεχίζει, «αντανακλά ένα ακόμα σοβαρό επιστημονικό βήμα, που εντάσσεται στη λεωφόρο της γονιδιακής θεραπείας, με παράκαμψη της κλωνοποίησης του εμβρύου και αξιοποίηση της προεμφυτευτικής (στη μήτρα) διάγνωσης και της υποβοηθούμενης αναπαραγωγής. Σχετική προηγηθείσα έρευνα αφορά τη χρησιμοποίηση βλαστικών κυττάρων σε ποντίκια που έπασχαν από τη νόσο του Parkinson, βλαστικά κύτταρα από ώριμο οργανισμό μείωσαν ή και εξάλειψαν ορισμένα συμπτώματα της νόσου, αν και τα εμβρυϊκά κύτταρα θεωρούνται πιο αποτελεσματικά». «Ωστόσο», αναφέρει μεταξύ άλλων, «ανάλογο πείραμα σε αγελάδες είχε ανακοινωθεί από την Advanced Cell Technology, που αφορούσε κλωνοποίηση εμβρύου, το οποίο το άφησαν να αναπτυχθεί οκτώ εβδομάδες και απομόνωσαν τα περισσότερο αναπτυγμένα εμβρυϊκά κύτταρα για το πείραμά τους, που στέφθηκε με επιτυχία. Η πρακτική επίσης της δημιουργίας παιδιών "κατά παραγγελία", όπως των διδύμων που θεράπευσαν με τα βλαστικά τους κύτταρα τον αδελφό τους έχει γίνει και στο παρελθόν για άλλη ασθένεια. Η προσέγγιση αυτή έχει ήδη περάσει στην κοινωνική αποδοχή, με κριτήρια την τεκμηριωμένη επιστημονική πρόταση, την αιτιολογία του επιστημονικού οφέλους και τη βιοϊατρική μοναδικότητα του εγχειρήματος. Ταυτόχρονα, πρέπει να υπάρχει συνεχής προσπάθεια για όλο και υψηλότερα βιοηθικά standards, τα οποία με το εν λόγω εγχείρημα έχουν υπερβεί και το σοβαρό σκεπτικισμό για την εναλλακτική δυνατότητα που αφορά τη χρησιμοποίηση κλωνοποιημένων εμβρύων». Ο καθηγητής υπογραμμίζει ότι το πρόβλημα που αναφύεται, βέβαια, σε τέτοιας μορφής χειρισμό των εμβρύων είναι μήπως, πέραν της προσπάθειας ίασης, φτάσουμε στην επιλογή εμβρύων ή ακόμη και στη μεταφύτευση γονιδίων που θα οδηγούν στην επέκταση φυσικών χαρακτηριστικών, με τη λεγόμενη ενισχυτική ιατρική να εκτρέπεται από το δρόμο της φύσης. Η υπόθεση «παιδιά κατά παραγγελία» χρειάζεται πολύ σοβαρή διερεύνηση για να μην ακυρώνεται από τη βιοηθική αναλγησία. Πρόκειται για μια πρωτοπόρο μέθοδο, αναφέρει ο δρ Στάθης Γκόνος, διευθυντής του Εργαστηρίου Μοριακής και Κυτταρικής Γήρανσης του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, «η οποία μπορεί να βρει εφαρμογές σε ορισμένες παθήσεις με θεαματικά αποτελέσματα». «Η μέθοδος», εξηγεί, «στηρίζεται σε δύο προϋποθέσεις. Η πρώτη είναι να γεννηθούν νεογνά, τα οποία να πληρούν συγκεκριμένες γενετικές προϋποθέσεις. Εφόσον κάτι τέτοιο συμβεί, δηλαδή τα νεογνά έχουν ελεγχθεί ως προς την ιστοσυμβατότητα με το πάσχον άτομο, τότε, κατά τη διάρκεια του τοκετού, αφαιρούνται βλαστοκύτταρα από τον ομφάλιο λώρο, τα οποία στη συνέχεια είναι πλέον εφικτό να πολλαπλασιαστούν σε συνθήκες κυτταροκαλλιέργειας. Ως εκ τούτου, αυτό που επιτυγχάνεται είναι να έχουμε ικανό αριθμό βλαστοκυττάρων, τα οποία στη συνέχεια μεταμοσχεύονται στον ασθενή και, επειδή είναι ιστοσυμβατά, ελαχιστοποιείται η πιθανότητα απόρριψης του μοσχεύματος». Το βασικό πλεονέκτημα αυτής της μεθοδολογίας, σύμφωνα με τον κ. Γκόνο, είναι ότι πλέον δεν απαιτείται μεταμόσχευση μυελού των οστών, μια διαδικασία η οποία είναι αφενός ιδιαιτέρως περίπλοκη, αφετέρου δε, δεν εξασφαλίζει την απόλυτη ιστοσυμβατότητα του δότη με τον λήπτη. Στον αντίλογο, το βασικό πρόβλημα της μεθόδου είναι ότι πρέπει να δημιουργηθούν παιδιά «κατά παραγγελία». Οπου, παρότι τα νεογνά όταν γεννηθούν δεν θα υποστούν κανενός είδους ιατρική παρέμβαση, παρά ταύτα η κίνηση είναι απαραίτητη για να απομονωθούν τα βλαστοκύτταρα. «Προσωπικά», καταλήγει, «διατηρώντας τις επιφυλάξεις μου για την κύηση κατά παραγγελία, η οποία τελικά είναι απόφαση των ίδιων των γονέων, πιστεύω ότι η μέθοδος αυτή αναμένεται να βοηθήσει στην καταπολέμηση αρκετών ασθενειών, όπου απαιτούνται μοσχεύματα, και σαφέστατα δεν εγείρει μια σειρά από βιοηθικούς προβληματισμούς, οι οποίοι εύλογα έχουν εγερθεί από τη θεραπευτική κλωνοποίηση». «Η μεταμόσχευση βλαστοκυττάρων από υγιές έμβρυο σε άρρωστο με ανίατο νόσημα αδελφάκι του, δεν είναι νέα διαδικασία», σημειώνει ο γυναικολόγος Μηνάς Μαστρομηνάς, ειδικός στην εξωσωματική γονιμοποίηση. «Το πρώτο τέτοιο παιδί που γεννήθηκε "κατά παραγγελία" ήταν το 1999 στις ΗΠΑ, για να σωθεί το άρρωστο από μια σπάνια μορφή αναιμίας (αναιμία Fanconi) αδελφάκι του. Η τεχνική αφορά την εφαρμογή της προεμφυτευτικής γενετικής διάγνωσης πριν από την εμβρυομεταφορά για την επιλογή των υγιών εμβρύων». «Στη συνέχεια», εξηγεί, «από αυτά τα υγιή έμβρυα πρέπει να επιλεγούν εκείνα (συνήθως πολύ λίγα ή και καθόλου) που είναι συμβατά με τον ασθενή. Είναι επομένως πιθανόν να απαιτηθούν πολλές προσπάθειες εξωσωματικής γονιμοποίησης και παραγωγή δεκάδων εμβρύων για την εύρεση των 1-2 υγιών και παράλληλα συμβατών». «Οπως είναι αυτονόητο», υπογραμμίζει ο κ. Μαστρομηνάς, «προκύπτουν δύο μείζονα ηθικά διλήμματα. Πρώτον, η κατά παραγγελία γέννηση εμβρύων και δεύτερον (και κυριότερο) η θανάτωση εμβρύων που είναι μεν υγιή, αλλά όχι ιστοσυμβατά. Η προεμφυτευτική διάγνωση στην εξωσωματική γονιμοποίηση για την αποφυγή κληρονομικών νοσημάτων είναι αποδεκτή και νομικά κατοχυρωμένη στις περισσότερες χώρες του βορείου ημισφαιρίου, με εξαίρεση την Ιταλία και τη Γερμανία. Το δεύτερο σκέλος της τεχνικής που αφορά τη γέννηση παιδιού συμβατού με πάσχοντα συγγενή του δεν έχει ακόμη διεθνώς νομική κατοχύρωση. Οι περισσότερες πάντως ιατρικές εταιρείες φαίνεται ότι διάκεινται κατ' αρχήν θετικά όσον αφορά τη συγκεκριμένη τεχνική, αναμένοντας για τελική γνωμοδότηση την αντίδραση κοινωνικών φορέων μέσω ερωτηματολογίων που έχουν σταλεί σχετικά. Πέρυσι, η Αμερικανική Εταιρεία Ιατρικής της Αναπαραγωγής και ο Αμερικανικός Ιατρικός Σύλλογος, σε κοινή τους ανακοίνωση τάχθηκαν υπέρ της τεχνικής. Το όλο πρόβλημα από ηθικής σκοπιάς είναι μέρος του γενικότερου προβλήματος που αφορά τη χρήση βλαστοκυττάρων που λαμβάνονται από έμβρυα (άλλη πηγή λήψης, εκτός του αίματος από ομφάλιο λώρο) για να χρησιμεύσουν στη θεραπεία ανίατων νοσημάτων ή στην παραγωγή θεραπευτικών ουσιών. Ο καθηγητής R. Winston στο Λονδίνο δήλωσε ότι το αγέννητο έμβρυο δεν μπορεί να αποτελέσει "προϊόν" ή "εξάρτημα". Στην αντίπερα όχθη φυσικά βρίσκεται η απόγνωση χιλιάδων ασθενών με ανίατα (θανατηφόρα συχνά) νοσήματα». «Ένα φαίνεται ότι είναι γεγονός», καταλήγει ο κ. Μαστρομηνάς. «Η υποβοηθούμενη αναπαραγωγή συνεχίζει ακατάπαυστα τα τελευταία 20 χρόνια, όχι μόνο να εντυπωσιάζει, αλλά και να προκαλεί αμηχανία με τις θαυμαστές και πολυποίκιλες εφαρμογές της».
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 09/09/2004
|





